Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Λαγκάδια: "Κρεμαστό" χωριό από πέτρα



Λαγκάδια: "Κρεμαστό" χωριό από πέτρα

Η σφραγίδα των χτιστάδων του γραφικού χωριού είναι αποτυπωμένη σε κάθε σπιθαμή του. Μια εμπειρική τέχνη που μετρά αιώνες, συνοδεύεται από αίγλη και συνεχίζεται έως σήμερα. Τα Λαγκάδια, όμως, έχουν να επιδείξουν και την ανέγγιχτη φύση που τα περιβάλλει, και την πλούσια ιστορία τους.
Η Αρκαδία είναι ο μεγαλύτερος νομός.......
της Πελοποννήσου σε έκταση και ο μικρότερος σε πληθυσμό -μάλιστα, ο τρίτος μικρότερος στην Ελλάδα. Τόπος αντιθέσεων, με απροσπέλαστα βουνά, αλλά και ειδυλλιακά παράλια, απαρτίζεται από εκατοντάδες μικρά χωριά, που καθένα από αυτά έχει κάτι να υπερηφανεύεται. Κι αυτό δεν είναι τοπικιστικός ισχυρισμός, αλλά απτή πραγματικότητα, αφού τόσο στα αρχαία χρόνια όσο και στα νεώτερα, η συμβολή της Αρκαδίας στην εξέλιξη της χώρας υπήρξε καθοριστική. Τόπος καταγωγής του Κολοκοτρώνη, του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, του Γρηγόρη Λαμπράκη, του Πλαπούτα, του Νικηταρά, του Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου, του Καρυωτάκη, του Γκάτσου, του Γαβρά, και του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, του Αρκά, του Τζίμη Πανούση και τόσων άλλων, η Αρκαδία είναι ένας τόπος που ανέκαθεν έβγαζε ήρωες, πολιτικούς «πρώτης γραμμής», λογοτέχνες, καλλιτέχνες και γενικά, ξεχωριστούς ανθρώπους.


Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και τα Λαγκάδια. Ενα χωριό που βρίσκεται στις πλαγιές του Μαινάλου, σε υψόμετρο που προσεγγίζει τα χίλια μέτρα. «Πνιγμένο» στο πράσινο, απέχει 60 χιλιόμετρα από την Τρίπολη προς τα δυτικά. Ηταν ο τόπος καταγωγής του πρωθυπουργού Θεόδωρου Δεληγιάννη, που δολοφονήθηκε στη Βουλή το 1905, αλλά και του πρωθυπουργού Νικόλαου Δεληγιάννη. Ωστόσο, τη φήμη του την οφείλει κυρίως στην αρχιτεκτονική, ούσα η πατρίδα των ξακουστών ήδη από τον 18ο αιώνα Λαγκαδιανών μαστόρων. Αυτοί φρόντισαν ώστε τα Λαγκάδια να είναι ένα πέτρινο κομψοτέχνημα, με δίπατα και τρίπατα σπίτια που υποδηλώνουν την περηφάνεια των κατοίκων τους. Σήμερα, πολλά είναι τα σπίτια που μετρούν περισσότερο από έναν αιώνα ζωής και τα οποία θεωρούνται «αθάνατα».
Tο εντυπωσιακό με τη λαγκαδιανή αρχιτεκτονική είναι το ότι ενώ κανείς από τους μαστόρους δεν είχε σχετικές σπουδές, όλες οι σύγχρονες στατικές μελέτες έχουν αποδείξει πως οι χτιστάδες ήταν -εμπειρικά- και άριστοι αρχιτέκτονες και ικανοί κατασκευαστές και αξιόπιστοι πολιτικοί μηχανικοί. Τα σπίτια ακολουθούν τις βιοκλιματικές αρχές, σε εποχές όπου ο όρος δεν υπήρχε, αξιοποιώντας στον μέγιστο βαθμό τις ακτίνες του ήλιου, έχοντας κάθε φορά τον καλύτερο δυνατό προσανατολισμό και σε συνάρτηση με την πέτρα, εξασφαλίζουν ιδανικές συνθήκες διαβίωσης χειμώνα-καλοκαίρι.


Ο Δημήτρης Ρούτσης είναι από τους τελευταίους πρωτομάστορες. Ξεκίνησε να ασχολείται με την πέτρα και το κτίσιμο τη δεκαετία του '50. «Τότε δεν υπήρχαν μηχανήματα. Ηταν μια πολύ σκληρή δουλειά, όπου όλα γίνονταν με το χέρι. Βρίσκαμε τις πέτρες στα βουνά, τις πελεκούσαμε για να πάρουν το σχήμα που θέλαμε και τις κουβαλούσαμε με τα ζώα. Σκάβαμε για τα θεμέλια έως τα τέσσερα μέτρα βάθος. Ολη η δουλειά γινόταν με τον κασμά. Εργαζόμασταν συνήθως σε ομάδες των δέκα και πολλές φορές πηγαίναμε και σε άλλες περιοχές για να κτίσουμε. Στην επαρχία της Μεγαλόπολης, για παράδειγμα, έχουμε κτίσει σχολεία, γεφύρια, και σπίτια φυσικά». Οταν τον ρωτάμε αν αυτή η τόσο επίπονη και σπάνια τέχνη ήταν επικερδής, ο εμπειροτέχνης αποκρίνεται. «Μπα, μόνο το μεροκάματο. Σήμερα είναι διαφορετικά τα πράγματα. Μπορείς να βγάλεις πολλά χρήματα, εγώ όμως έχω αποσυρθεί».

Ο Παναγιώτης Γκιώκας, «πετράς» και αντιδήμαχος στν Δήμο Γορτυνίας, εκπροσωπεί τη νεώτερη γενιά. Πρόσφατα μάλιστα ολοκλήρωσε το έργο της Μονής Φιλοσόφου. Συνεχίζει να κτίζει με τον παραδοσιακό τρόπο, αν και όπως ο ίδιος λέει, «η τέχνη δεν είναι πια όπως ήταν παλιά. Το μπετόν έχει εισχωρήσει παντού και τα σπίτια που κτίζονται σήμερα αποτελούν έναν συνδυασμό πέτρας και μπετόν». Σύμφωνα με τον ίδιο, η τέχνη άρχισε να φθίνει τις πρώτες δεκαετίες του 1900, «λόγω της τεχνικής εξέλιξης και της βιομηχανοποίησης». Αυτό βέβαια δεν εμπόδισε σε τίποτα τα κτίρια να στέκουν αγέρωχα και όλα ανεξαιρέτως να θεωρούνται διατηρητέα μνημεία. Στην ερώτηση πώς έγινε και αναπτύχθηκε στον συγκεκριμένο τόπο η συγκεκριμένη τέχνη, ο ίδιος απαντά: «Σίγουρα έπαιξαν ρόλο τα υλικά (πέτρα) που υπήρχαν διαθέσιμα, αλλά και εκείνα που δεν υπήρχαν, καθιστώντας την πέτρα μοναδική επιλογή».Το «κρεμαστό χωριό», όπως αποκαλείται από τους ντόπιους, προσφέρει και μια μικρή πλην όμως ικανή ποικιλία χώρων εστίασης. Η Κατερίνα Παπαλάμπρου διαθέτει κατάστημα με είδη δώρων που συνορεύει με ένα, επίσης δικό της, καφέ μπαρ. «Η δύναμη του τοπίου και η παραδοσιακή αρχιτεκτονική είναι αυτά που θέλγουν τους επισκέπτες. Ο χειμώνας εδώ είναι βαρύς, από την άνοιξη και μετά όμως όλα αλλάζουν. Ερχονται Ελληνες και ξένοι για να περπατήσουν στα σοκάκια, να θαυμάσουν τα σπίτια, αλλά και να γευματίσουν σε κάποιο παραδοσιακό εστιατόριο», λέει, για να συμπληρώσει: «Τα Λαγκάδια φημίζονται και για το γαλακτομπούρεκο, το τσίπουρο και το ρακόμελο που σερβίρεται με παραδοσιακό τρόπο -όλα τοπικής παραγωγής».

Η φιλοξενία στα Λαγκάδια δεν διαφέρει από τα άλλα αρκαδικά χωριά. Πρόθυμοι και καλοπροαίρετοι άνθρωποι, αποτελούν οι ίδιοι τους ξεναγούς και τους πρεσβευτές του τόπου τους. Η οικογένεια Μανιάτη δραστηριοποιείται στον ξενοδοχειακό κλάδο εδώ και δεκαετίες.                                             Ο Βασίλης Μανιάτης «τρέχει» σήμερα μαζί με τον πατέρα του τα τρία ξενοδοχεία της οικογένειας και το ένα εστιατόριο. «Τον χειμώνα δουλεύουμε κυρίως με Ελληνες, ενώ το καλοκαίρι έχουμε και πολλούς Γερμανούς», λέει. Στο εστιατόριο, σε αντίθεση με τη μοντέρνα, μινιμαλιστική διακόσμηση την τιμητική τους έχουν τα παραδοσιακά ελληνικά φαγητά, όπως το κατσικάκι στη γάστρα, η τραχανόσουπα, ο καγιανάς (χοιρινό παστό με αυγά). «Αυτό που μας λείπει είναι η προβολή, γιατί δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε σε σχέση από τη Βυτίνα, για παράδειγμα», θα πει.

Στον ίδιο κλάδο δραστηριοποιείται και ο Τάκης Ρούτσης, γιος του πρωτομάστορα Δημήτρη Ρούτση, ο οποίος άφησε τις δουλειές του στην Αθήνα και το 2000 δημιούργησε τον παραδοσιακό ξενώνα «Αγνάντιο Studios». «Ακολουθούμε τη φιλοσοφία του αγροτουρισμού και προσπαθούμε με δραστηριότητες και εκδηλώσεις να αναδείξουμε την περιοχή. Ασχολούμαστε, για παράδειγμα, με τη διάνοιξη μονοπατιών, πάνω στους παλιούς δρόμους της πέτρας, ενώ ασχολούμαστε και με την αναπαραγωγή αλόγων της φυλής αραβανί», επισημαίνει ο ίδιος. Εκεί κοντά, ο αδελφός του Χρήστος Ρούτσης διευθύνει το μπαρ Platanos, έναν καλό λόγο για να επισκεφτούν νέοι άνθρωποι το χωριό. «Ανοίξαμε πριν από επτά χρόνια και πραγματοποιούμε συχνά εκδηλώσεις με συγκροτήματα και dj's από την Αθήνα. Οι πελάτες μας έρχονται από την Τρίπολη, τον Πύργο, την Καλαμάτα. Διοργανώνουμε επίσης και βραδιές καραόκε», λέει ο ίδιος.
Τέλος, στο χωριό υπάρχει και το παραδοσιακό εργαστήριο παραδοσιακών ζυμαρικών της οικογένειας Μπέτσα, για περισσότερες από δύο δεκαετίες. Η Πένυ, κόρη της οικογένειας, σπουδάζει Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, αλλά απασχολείται και στην επιχείρηση. «Η μητέρα μου εκτός από τραχανά, χυλοπίτες, ζυμαρικά με λαχανικά κ.λπ. παρασκευάζει και γλυκά κουταλιού. Επίσης πουλάμε και χειροποίητα είδη λαϊκής τέχνης. Πελάτες μας είναι κυρίως οι επισκέπτες του χωριού». Βάσει των λεγομένων της, η κρίση έχει επηρεάσει αρνητικά τις πωλήσεις, «διότι έχει μειωθεί η αγοραστική δυνατότητα»

Στοιχεία
Τα Λαγκάδια σε αριθμούς
13ος - 16ος αιώνας. Εντός αυτού του δια-στήματος εκτιμάται η πρώτη κτήση του χωριού από μάστορες των γύρων περιοχών που συγκεντρώθηκαν εκεί.
23/3/1821 Κηρύσσεται η Επανάσταση στο χωριό, το οποίο ανέλαβε ενεργό ρόλο μέσω της οικογένειας των Δεληγιάννηδων.
1850 Κάπου εδώ ξεκινά η φήμη των Λαγκαδιανών χτιστάδων να εξαπλώνεται. Οι περισσότεροι κάτοικοι οργώνουν την Πελοπόννησο σε «μπουλούκια» και εξασκούν την τέχνη τους.
1805 Τότε ανεγείρεται ο ναός των Αγίων Ταξιαρχών, που διαθέ-τει ένα ασυνήθιστο, πελεκητό καμπα-ναριό δύο επιπέδων, αλλά και μαρμάρινη παράσταση του Εσταυρωμένου, γεγονός μοναδικό για ορθόδοξη εκκλησία.
800 Τόσοι είναι οι σημερινοί κάτοικοι της κωμόπολης. Οι περισσότεροι από αυτούς πηγαινοέρχονται από άλλα αστικά κέντρα (Τρίπολη, Αθήνα).











ΠΗΓΗ: ΕΘΝΟΣ
Δημοσίευση σχολίου