Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Η παράδοση των Λαγκαδιανών Μαστόρων


Η παράδοση, οι επιδόσεις και η φήμη των Λαγκαδιανών μαστόρων είναι ξεχωριστές σε ολόκληρη την Ελλάδα. Από τις αρχές του 18ου αι. οι Λαγκαδιανοί ασχολούνταν στην πλειονότητά τους με το επάγγελμα του χτίστη με εξαιρετικές επιδόσεις. Ειδικότερα, λέγεται (βλ. βιβλίο Μπαλαφούτη "Μαστόροι: Λαγκαδιανοί"), ότι η παράδοση τους ξεκινά
από τους βλαχομαστόρους, κυρίως από τα Λαγκάδια που είχαν φύγει με την πτώση του Βυζαντίου για την Ιταλία. Έπειτα από χρόνια ξαναγύρισαν και εγκαταστάθηκαν στο Άκοβο κοντά στο Βυζίκι. Γύρω στα 1210, ένας από αυτούς, που είχε τη θέση του γραμματικού, έκλεψε τα σχέδια των αρχιτεκτόνων από το φράγκικο κάστρο  της Άκοβας. Αλλά και ξένομερίτες Ηπειρώτες, Μακεδόνες ακόμα και Ιταλοί χτίστες που περνούν από το χωριό για να χτίσουν διάφορες κατασκευές κατά παραγγελία των Τούρκων, διδάσκουν την τέχνη του χτισίματος στους ντόπιους. Η τέχνη αυτή έμελε να αποτελέσει για τους Λαγκαδιανούς διέξοδο επιβίωσης από τη φτώχεια που μάστιζε το χωριό λόγω της περιορισμένης καλλιεργήσιμης γης. Έτσι οι Λαγκαδιανοί από πολύ παλιά τηρούν και συνεχίζουν την παράδοση στο χτίσιμο και στην αρχιτεκτονική. Μάλιστα την τέχνη τους την μετέδωσαν και σε άλλους άξιους συνεχιστές τους, όπως είναι οι μαστόροι του Κοσμά Κυνουρίας.
Οι Λαγκαδιανοί μαστόροι ταξίδευαν οργανωμένοι σε ομάδες ή "μπουλούκια", που σχηματίζονταν από τους πρωτομάστορες ή μπουλουκτζήδες. Έφευγαν συνήθως γύρω στο Πάσχα, και έλειπαν από τον τόπο τους από την άνοιξη ως και το φθινόπωρο. Στις περιοδείες τους στο Μοριά, αλλά και αλλού, άφησαν ανεξήτιλα και αιωνόβια σημάδια της τέχνης τους στήνοντας σπίτια, αρχοντικά, σχολεία, γεφύρια, εκκλησίες, και βρύσες. Οι μαστόροι μιλούσαν μάλιστα δική τους συνθηματική γλώσσα, τα κρεκόνικα, κρεκονίστικα ή μπολιάρικα. Η αναχώρηση, η διαμονή και η επιστροφή τους συνοδεύονταν από συνήθειες που με τον καιρό πήραν τη μορφή εθίμων.
Τα μπουλούκια είχαν συγκεκριμένη δομή, αλλά και ιεραρχία. Επικεφαλής ήταν οι πρωτομάστορες, μαστόροι με μακρά θητεία στο συνάφι, συνήθως δεινοί λιθοξόοι. Αν και δεν ήξεραν πολλά γράμματα, ήταν έξυπνοι και πολύπειροι, και διέθεταν δημιουργικό και οργανωτικό πνεύμα, μεγάλη εμπειρία και ξεχωριστό ταλέντο και φαντασία. Στη γλώσσα των μαστόρων ο πρωτομάστορας λεγόταν  «μάνα», γιατί ήταν, πράγματι, η «ψυχή» της ομάδας, που φρόντιζε για όλους και για όλα, συγκροτούσε την ομάδα, οργάνωνε τα ταξίδια, έκλεινε τις συμφωνίες, μοίραζε τα μεροκάματα και συντόνιζε την ομάδα. Οι καλοί πρωτομάστορες ήταν περιζήτητοι και όλοι ήθελαν να συμπεριληφθούν στις ομάδες τους. Κάθε μπουλούκι αποτελείτο από 10-12 μαστόρους, χτίστες και βοηθούς τους, που εργάζονταν ανά ζεύγη, ένας στην πρόσοψη και ένας στο εσωτερικό, ένας ή δυο «λιθαράδες» για την εξόρυξη της πέτρας και 6-8 μαστορόπουλα που μαθήτευαν κάνοντας βοηθητικές εργασίες για 8-10 χρόνια. Το μπουλούκι συμπλήρωναν και περίπου δέκα ζώα για τη μεταφορά των υλικών και των εργαλείων. Κατά τη διανομή των κερδών, που ήταν έργο του πρωτομάστορα, οι μαστόροι δικαιούνταν ένα μερίδιο ή 2/3 μεριδίου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση καλούνταν «τριότες». Το μπουλούκι διέθετε επίσης και «πελεκάνους», που ήταν οι μάστορες ειδικοί στο πελέκημα της πέτρας και οι οποίοι την παρέδιδαν έτοιμη για χτίσιμο.
Οι πρωτομάστορες με τη φαντασία και την εμπειρία τους συλλάμβαναν αρχικά τα σχέδια των οικοδομών. Στη συνέχεια τα υλοποιούσαν κατευθύνοντας τους υπόλοιπους μαστόρους. Την τέχνη και την εμπειρία τους τη μετέδιδαν από γενιά σε γενιά στους μαθητευόμενους. Και τέτοιοι υπήρχαν πολλοί, αφού όποια παιδιά δεν «έπαιρναν» από γράμματα σταματούσαν το σχολείο για να κατευθυνθούν από τον πατέρα σαν χτιστάδες... 
Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν για την επεξεργασία της πέτρας ήταν πρωτογενή. Για να δέσουν οι πέτρες μεταξύ τους χρησιμοποιείτο μίγμα ζεσταμένου θειαφιού και κρόκου αβγού, το οποίο μόλις στέγνωνε, ήταν απόλυτα συμπαγές. Για το χτίσιμο των θόλων, στα σημεία επαφής του υπόγειου και του ισόγειου του σπιτιού με το βουνό, γινόταν χρήση μίγματος από κοκκινόχωμα και ασβέστη.
Τα σπίτια που έκτιζαν οι Λαγκαδιανοί μαστόροι ήταν διώροφες και τριώροφες παραλληλόγραμμες κατασκευές, χτίσματα λιτά, στέρια και αγέρωχα, συχνά σκαρφαλωμένα σε απότομες βουνοπλαγιές. Με μακρόστενα παράθυρα στεφανωμένα με τοξωτά υπέρθυρα που στηριγμένα σε γερά αγκωνάρια. Και με αυλές με ψηλούς τοίχους και χαρακτηριστικές ευρύχωρες εισόδους στεφανωμένες κι αυτές με τοξωτά πέτρινα πλαίσια και από πάνω τους κεραμοσκεπή.
Το λαγκαδιανό σπίτι ήταν πετρόχτιστο, πολυώροφο και παραλληλόγραμμο. Παράλληλα, ήταν ελεύθερο απ’ όλες τις πλευρές εκτός από τη βόρεια, όπου το ισόγειο και ο πρώτος όροφος εφάπτονταν στην πλαγιά. Η επικοινωνία ανάμεσα στους ορόφους γινόταν με σκάλες και υπήρχαν πολλοί λειτουργικοί χώροι. Τα υπόγεια ήταν κατάλληλα για τη διατήρηση των τροφίμων. Εδώ φυλάσσονταν και τα βαρέλια του κρασιού, τοποθετημένα στο θόλο. Στο ισόγειο γίνονταν οι οικιακές εργασίες, συμπεριλαμβανομένης και της υφαντικής, στον αργαλειό, ενώ στους υπόλοιπους ορόφους υπήρχαν τα υπνοδωμάτια, οι τραπεζαρίες και τα καθιστικά.
Δημοσίευση σχολίου